-
ἔλλειμμα, ατος, τό (ἐλ-λείπω) zaostanek, nedostatek, pogrešek.
-
ἔμβαμμα, ατος, τό (ἐμ-βάπτω) juha, omaka.
-
ἔμβλημα, ατος, τό (ἐμ-βάλλω) del kopjišča (ki je bil zasajen v železno ost sulice).
-
ἐμπόδισμα, ατος, τό (ἐμποδίζω) napota, zadržek, ovira, zapreka.
-
ἐμπόλημα, ατος, τό (ἐμπολάω) poet. 1. izkupiček, dobiček. 2. plačilo τῆς ἐμῆς φρενός za svoje zvesto srce.
-
ἔμφραγμα, ατος, τό zagatitev, ovira.
-
ἐναντίωμα, ατος zapreka, ovira, ugovor.
-
ἔνδειγμα, ατος, τό dokaz, znamenje ὅτι NT.
-
ἔνδυμα, ατος, τό (ἐν-δύω) obleka, oblačilo NT.
-
ἐνέργημα, ατος, τό čin, delo NT.
-
ἐνθῡ́μημα, ατος, τό ἐνθῡ́μησις, εως, ἡ 1. misel NT, domislek, nasvet, načrt. 2. razmišljevanje, uvaževanje, razlog, vzrok.
-
ἐννόημα, ατος, τό misel, opazovanje, zaznavanje.
-
ἔνταλμα, ατος, τό (ἐν-τέλλω) naročilo, zapoved NT.
-
ἔξαρμα, ατος, τό (ἐξ-αίρω) višina, πόλου polarna višina.
-
ἐξέρᾱμα, ατος, τό izmeček, pljunek NT.
-
ἐξεύρεσις, εως, ἡ ion. ἐξεύρημα, ατος, τό ion. poet. iznajdenje, odkritje, iznajdba, izum.
-
ἐπαγγελία, ἡ ἐπάγγελμα, ατος, τό 1. oglas, oznanilo, obljuba NT. 2. napoved tožbe, tožba proti govorniku. 3. nauk, umetnost, stroka ἐπαγγέλλεσθαι.
-
ἐπανόρθωμα, ατος, τό ἐπανόρθωσις, εως, ἡ 1. poprava, zboljšanje. 2. pouk, svarilo, opominjanje NT.
-
ἐπ-ένδυμα, ατος, τό vrhnja obleka, suknja.
-
ἐπερώτημα, ατος, τό, ion. ἐπειρώτημα in ἐπερώτησις, εως, ion. ἐπειρώτησις, ἡ vprašanje, poizvedovanje; NT obljuba, zagotovilo.